greco » tedesco

υποκινητής (υποκινήτρια) [ipɔciniˈtis, ipɔciˈnitria] SUBST m/f (f)

υποκινητής (υποκινήτρια)
Anstifter(in) m (f)

υποκινησία [ipɔciniˈsia] SUBST f MED

υποχονδρία [ipɔxɔnˈðria], υποχοντρία [ipɔxɔnˈdria] SUBST f

1. υποχονδρία MED:

2. υποχονδρία (σκυθρωπότητα):

υποκίνησ|η <-εις> [ipɔˈcinisi] SUBST f

υπόκεντρο [iˈpɔcɛndrɔ] SUBST nt GEOL

Vuoi aggiungere una parola, una frase o una traduzione?

Inserisci una nuova voce.

Pagina in Deutsch | Ελληνικά | English | Español | Français | Italiano | Polski | Русский